Μετάβαση στο περιεχόμενο

dominance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dominance dominances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dominance (fr) θηλυκό